Η κατά Νόλαν Οδύσσεια⭐⭐⭐⭐
Ο αμερικανός ράπερ, Τράβις Σκοτ, σαν ένας σύγχρονος αοιδός, ξεκινά την ιστορία με το τραγούδι του Οδυσσέα, θυμίζοντάς μας την προφορική παράδοση των ομηρικών επών, αλλά και την ίδια την Οδύσσεια, όπου αοιδοί εξιστορούν τι γίνεται. Τα έπη ξεκινήσαν πρώτα ως προφορικές αφηγήσεις που από στόμα σε στόμα διαιώνιζαν τον μύθο τους μέχρι να φτάσουν στα χέρια του Ομήρου (με όλο βέβαια το περίφημο ομηρικό ζήτημα για το κατά πόσο τα έγραψε ο ίδιος και τα δύο και αν υπήρξε). Κάθε σπουδαίο έργο τέχνης οφείλει να είναι ανοιχτό σε συζητήσεις και επανερμηνείες, μόνο έτσι αντέχει στον χρόνο, ειδάλλως χάνεται όταν κλείνεται στον δικό του χωροχρόνο. Η Οδύσσεια είναι λοιπόν μια ιδεοϊστορία, μια ιστορία πάνω στην οποία μπορούν να προβληθούν διαφορετικές ιδεολογίες και αναγνώσεις. Από τον Οδυσσέα του Ομήρου μέχρι εκείνον του Αλεξάντρερ Πόουπ τον 18ο αιώνα και τον ίδιο δύσληπτο του Τζέιμς Τζόις του 20ού αιώνα, ο καθένας μεταφέρει τα ζητούμενα της εποχής του συγγραφέα. Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι ξεκάθαρα ένας δικός του ήρωας, θυμίζοντάς κυρίως τον Οπενχάιμερ και τον Μπάτμαν. Ένας άντρας εύθραυστος, που αντιλαμβάνεται τις ευθύνες του και τα ελαττώματά του και δεν αφήνεται στην παντοδυναμία που του δίνει η πατριαρχία. Ένας άντρας που τον βλέπουμε να εκπαιδεύεται, όπως τον Μπάτμαν στο πρώτο μέρος της τριλογίας, από έναν αγνώριστο Τζον Λεγκουιζάμο σε μια από τις πιο δυνατές ερμηνείες της ταινίας, που υπηρετεί αυτή την γνώριμη πατρική φιγούρα που εκπροσωπεί ένας ηλικιωμένος άντρας άλλος από τον πραγματικό πατέρα του κεντρικού ήρωα. Σαν άλλος Οπενχάιμερ, νιώθει ότι έκανε κάτι καλό συμβάλλοντας όμως καταστροφικά σε έναν πόλεμο, με αποτέλεσμα να έρχεται σε ένα ηθικό δίλημμα κατά πόσο έσωσε ή κατέστρεψε τον κόσμο. Μήπως ήταν και εκείνος ένας καταστροφέας του κόσμου; Ο βρετανοαμερικανός σκηνοθέτης, ένα εξαιρετικό μείγμα auteur και στουντιακού σκηνοθέτη, ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της εποχής μας, βάζει τα δικά του στοιχεία μέσα στην ομηρική αφήγηση σεβόμενος και διαφοροποιούμενος από το αρχικό κείμενο.
Η ταινία μέσα στις τρεις ώρες που κυλούν σαν νερό, δεν προτείνει νέα ανάγνωση, καθότι έκτοτε έχουν γίνει πάμπολλες αναγνώσεις, αλλά συνδυάζει νεότερες αναγνώσεις με το αρχικό κείμενο. Εκεί έγκειται η επιτυχία μιας μεταφοράς βιβλίου, στο κατά πόσο βασιζεσαι στο κείμενο με την γνώση όμως και όσων έχουν μεσολαβήσει από την εποχή του έργου μέχρι σήμερα. Το τραύμα του πολέμου, η ματαιότητα της νίκης και ο τραυματισμένος σχεδόν από μετατραυματικό σοκ ήρωας είναι γνωστά ήδη από την αρχαιότητα. Μπορεί μέσα στον Όμηρο να μην υπάρχει εμφανώς η διάσταση της ενοχής, ο Ευριπίδης όμως στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., τόσο στις Τρωάδες όσο και στην Ελένη μιλάει ακριβώς για αυτό. Στις μεν Τρωάδες κάνει κάτι πολύ πρωτοποριακό, δείχνει στο ελληνικό κοινό πώς υπέφεραν οι γυναίκες της Τροίας από τους Έλληνες που μπήκαν στην πόλη τους και έσφαξαν τους άντρες τους, αποκαλύπτοντας τον ανθρώπινο πόνο και την τραγικότητα του πολέμου, στην δε Ελένη, η λευκώλενος (για την ιστορία η περιγραφή λευκή στον Όμηρο έχει ίσως περισσότερο ταξική παρά φυλετική διάσταση, το χρησιμοποιεί για να δείξει πόσο πλούσια, προνομιούχα και όμορφη ήταν σε μια εποχή που οι περισσότεροι Έλληνες ήταν βρώμικοι και σκουρόχρωμοι από την απλυσιά ενώ οι πλούσιοι καλοζωισμένοι Έλληνες ήταν λευκοί λόγω της τάξης στην οποία βρίσκονται) δεν πήγε ποτέ στην Τροία, κατέφυγε στην Αίγυπτο και έτσι ο πόλεμος έγινε για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη, που θα έλεγε ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης. Με αυτό τον τρόπο τονίζεται η ματαιότητα ενός πολέμου που ποτέ δεν έγινε ουσιαστικά για μια γυναίκα αλλά για πολιτικές φιλοδοξίες αντρών. Ήδη όμως ο Όμηρος έχει βάλει τον Οδυσσέα να εξιστορεί τα όσα συνέβησαν στο νησί των Φαιάκων κλαίγοντας στην αρχή από την συνειδητοποίηση τι έχει συμβεί. Ο γεμάτος πόνο και ενοχές ήρωας και αντιήρωας συνάμα είναι κάτι πολύ ομηρικό. Ο Νόλαν συμπυκνώνει την Οδύσσεια μαζί με ένα μείγμα όσων γράφτηκαν έκτοτε για την Οδύσσεια. Σίγουρα ο δικός του Οδυσσέας είναι πιο μετανιωμένος από οποιονδήποτε άλλο, μιας και είναι αμερικάνικη ταινία του σήμερα. Ο πόλεμος είναι τραύμα, οι στρατιώτες γυρνούν πίσω σε σοκ και ο ίδιος παρουσιάζεται λιγότερο ως πολυμήχανος και περισσότερο ως ντροπιασμένος για όσα έκανε, ζητώντας εμμέσως πλην σαφώς συγχώρεση. Ένας χαρακτήρας πιο περίπλοκος, βασισμένος άλλωστε στην τελευταία αγγλική μετάφραση του κειμένου που αποδίδει το πολύτροπος, πολυμήχανος και πολύμητις ως complicated.
Αν κάτι απουσίαζε από την ταινία είναι κάποιες πιο συναισθηματικές σκηνές, όπως όταν αντικρύζει την νεκρή του μάνα στην Νέκυια, όταν δηλαδή κατεβαίνει στον Άδη και συναντά τον Τειρεσία, χωρίς να ξέρει ότι η μάνα του στο μεταξύ όσο έλειπε πέθανε και προσπαθεί να την πιάσει αλλά γίνεται καπνός. Οι πιο συγκινητικές σκηνές είναι στο τέλος, όταν αντικρύζει τον Άργο. Η άλλη σκηνή είναι όταν τον αναγνωρίζει η ηλικιωμένη υπηρέτρια. Πολύ δυνατή σκηνή και εκείνη με την Πηνελόπη όταν αντιλαμβάνεται πως ο χρόνος λιγοστεύει και πρέπει να επιλέξει μνηστήρα καθώς εκείνη δεν αρκεί ούσα γυναίκα να κρατήσει μόνη της τον θρόνο. Μια πιο σύγχρονη ανάγνωση αλλά και πιο ρεαλιστική διότι βλέπει να παραγκωνίζεται από τον νεαρό γιο της ή από κάποιον άγνωστο μνηστήρα ενώ δικαιωματικά έχει τον θρόνο. Μέσα στις τρεις ώρες επιχειρεί να χωρέσει όσο πιο πολλά επεισόδια μπορεί , με κάποια να απουσιάζουν όπως το νησί των Λωτοφάγων και των Φαιάκων τα οποία συμπτύσσονται στο επεισόδιο της Καλυψούς. Τα πιο επιτυχημένα είναι μακράν αυτό με την Κίρκη με την Σαμάνθα Μόρτον να δίνει την καλύτερη ερμηνεία της ταινίας σε μια απόκοσμη και γήινη συνάμα προσέγγιση της μεταμόρφωσης των συμπολεμιστών του Οδυσσέα σε γουρούνια με μια body horror διάθεση. Η άλλη σκηνή είναι με τον Πολύφημο, στον οποίον βέβαια δεν λέει την διάσημη φράση ότι είναι ο Κανένας, καθώς και εκεί θέλει να εστιάσει στην δυσκολία του να υπερβούν τον άθλο σε μια πιο γήινη ανάγνωση του μύθου, με τον Πολύφημο να είναι ένα τέρας βγαλμένο από το σύμπαν του ντελ Τόρο. Ένα τέρας το οποίο στο τέλος τοξεύουν, ενώ είναι ήδη ανήμπορο για να τονιστεί η έννοια της αρχαιοελληνικής ύβρεως.Η λιγότερο καλή μεταφορά των άθλων του Οδυσσέα μέχρι να φτάσει στην περιβόητη Ιθάκη, είναι με την Καλυψώ, σε έναν από τους πιο φλατ ρόλους με την Σαρλίζ Θερόν να μην μπορεί να κάνει και πολλά σε έναν ρόλο χωρίς καμία εξέλιξη και κλιμάκωση. Παρόλα αυτά είναι έξυπνη η ένωση με τα άλλα δύο επεισόδια, λειτουργεί άψογα και επίσης η επιλογή να τρώει ο Οδυσσέας τους λωτούς για να ξεχάσει τα δεινά που προκάλεσε, αντί των πολεμιστών του, όπως είναι στο πρωτότυπο, ενισχύει αρμονικά αυτό που θέλει να πει η ταινία. Θα φτάσει τελικά, αλλά η Ιθάκη δεν ήταν ποτέ ο στόχος. Στόχος δεν ήταν το ταξίδι που θα μας πει ο Καβάφης στην δική του ποιητική προσέγγιση της Οδύσσειας, αλλά το ταξίδι ως ένα μέσο αυτογνωσίας και εν τέλει ταλαιπωρίας για να εξιλεωθεί από τα λάθη του και μετανιωμένος, ίσως και ταπεινωμένος, να γυρίσει στην πατρίδα του και να ζητήσει την αποδοχή. Εντυπωσιακή σκηνή, επίσης πολύ γήινη αλά Τζέισον Μπορν, είναι και η Μνηστηρομαχία, με τον Ματ Ντέιμον σε έναν μεστό και γερό ρόλο που αποδεικνύει πόσο ταλαντούχος ηθοποιός είναι κόντρα σε όσους μπορεί να τον αμφισβήτησαν εξ αρχής. Πολύ καλός και ο Ρόμπερτ Πάτινσον ως ο κακός μνηστήρας Αντίνοος που φιλοδοξεί να γίνει χαλίφης στην θέση του χαλίφη, με ένα θραδύδειλο βλέμμα γελοιότητας, ενώ απλά διεκπεραιωτικός ο Τομ Χόλαντ. Η Ζεντάγια ήταν αρκετά καλή ως Αθηνά, προστάτιδα του Οδυσσέα, μια θεά που μπορούσε να πάρει οποία όψη ήθελε και άρα γιατί όχι και της Ζεντάγια. Για να ανταποκριθεί στα σημερινά δεδομένα αφαιρεί κάπως τον επεμβατικό ρόλο της θεάς, όταν για παράδειγμα στην Πύλο σώζει τον Τηλέμαχο ο Οδυσσέας, ενώ στο κείμενο η Αθήνα λέει στον Οδυσσέα πήγαινε εσύ στην Ιθάκη και εγώ θα πάω να βοηθήσω τον Τηλέμαχο να γυρίσει πίσω, όπως και κάνει. Η Αν Χαθαγουέι είναι η ιδανική Πηνελόπη, δυναμική αλλά και υπομονετική, μητέρα αλλά και βασίλισσα. Όσο για την συζήτηση γύρω από την Λουπίτα Νιόγκο, αποδείχτηκε περιττή. Ο ρόλος είναι υπερβολικά μικρός, όπως θα έπρεπε να είναι μιας και η Ελένη έχει κεντρικό ρόλο στην Ιλιάδα, όχι στην Οδύσσεια, και σίγουρα δεν ενοχλεί ούτε προκαλεί ενστάσεις βλέποντάς την. Άλλωστε, η κάθε εποχή και η κάθε κοινωνία μπορεί να φαντάζεται όπως επιθυμεί το ωραίο. Ευρηματική η επιλογή της τραυματισμένης από την κακοποίηση Ελένης. Άσχετα από το αν στο πρωτότυπο η Ελένη με τον Μενέλαο έχουν ήρεμη σχέση επιστρέφοντας, δεν είναι ρεαλιστικό. Πιο φυσικό φαντάζει δεδομένης της εποχής να την σάπισε στο ξύλο για όσα έγιναν.
Η έννοια του χρόνου είναι επίσης μια από τις βασικές σκηνοθετικές εμμονές του δημιουργού. Εν προκειμένω το πετυχαίνει μέσα από τα flashback, ανάμεσα στο παρελθόν της Τροίας και την Ιλιάδα (με τον Δούρειο Ίππο να στέκει ως ένα τοτέμ ντροπής για την ανθρωπότητα και την αρρενωπότητα με την σκηνή της εισβολής να δείχνει τους Έλληνες ως βάρβαρους και όχι ως πολιτισμένους) και το τώρα της επιστροφής, αυτής της νιτσεϊκής αιώνιας επιστροφής. Λογικό να επιλέξει ο Νόλαν ένα έργο που και στην αρχική εκδοχή εγκιβωτίζει αφηγήσεις και παίζει με τον χρόνο. Πολύ λειτουργική ήταν η σκηνή με τις Σειρήνες και την υποκειμενική διαχείριση του ήχου.
Εν κατακλείδι, είναι μια υπερπαραγωγή, ένα εκπληκτικό στουντιακό κατασκεύασμα, που ενώνει πολλές διαφορετικές φωνές, για να πει μια ιστορία πανανθρώπινη. Η κόλαση είμαστε εμείς και το plot twist εύρημα του, ότι οι κακοί λαοί της θάλασσας που αποτελούν φόβο και τρόμο, είναι εν τέλει οι ίδιοι, υποδηλώνει όλο το νόημα μιας ταινίας που φτιάχτηκε για να δείξει πως το μεγαλείο του ανθρώπου βρίσκεται εκεί που αναγνωρίζεις τα λάθη σου, μαθαίνεις τον εαυτό σου και οδηγείσαι στην λύτρωση.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου