Όταν οι ξένοι σκηνοθέτες μιλούν γαλλικά
Από τον Woody Allen και τον Polanski μέχρι τον Kore-eda και τον Kiarostami: όταν η γαλλική γλώσσα γίνεται κινηματογραφικός τόπος. Με αφορμή την νέα ταινία του Ιρανού Asghar Farhadi, μια γαλλόφωνη ταινία με ένα εκλεκτό καστ Γάλλων ηθοποιών, θα συζητήσουμε για τις περιπτώσεις ξένων σκηνοθετών που έστω και για λίγο έγιναν τμήμα του γαλλικού σινεμά.
Τι κάνει μια ταινία «γαλλική»;
Η γλώσσα; Η χώρα στην οποία γυρίζεται; Η εθνικότητα του σκηνοθέτη; Οι ηθοποιοί; Η χρηματοδότηση; Ή μήπως η κινηματογραφική παράδοση μέσα στην οποία συνομιλεί;
Το ερώτημα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον όταν ένας σκηνοθέτης που δεν είναι Γάλλος αποφασίζει να κάνει μια ταινία στα γαλλικά.
Δεν πρόκειται απλώς για μια γλωσσική επιλογή. Σε πολλές περιπτώσεις, η γαλλική γλώσσα λειτουργεί σαν ένας ολόκληρος κινηματογραφικός χώρος: κουβαλά την ιστορία του γαλλικού σινεμά, τον Godard, τον Truffaut, τον Renoir, τον Melville, την Nouvelle Vague, αλλά και μια συγκεκριμένη αντίληψη για την πόλη, τον έρωτα, τη διανόηση και την καθημερινότητα.
Και ίσως το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, όταν αυτή τη γλώσσα την χρησιμοποιεί ένας ξένος σκηνοθέτης, η «γαλλικότητα» αρχίζει να μεταμορφώνεται.
Woody Allen: ένας Νεοϋορκέζος στο Παρίσι
Ο Woody Allen είναι ίσως η πιο παράδοξη περίπτωση.
Ο Allen είναι βαθιά συνδεδεμένος με τη Νέα Υόρκη. Το κινηματογραφικό του σύμπαν είναι γεμάτο αμερικανική διανόηση, εβραϊκό χιούμορ, ψυχανάλυση, νευρώσεις, jazz και ευρωπαϊκές πολιτισμικές αναφορές.
Κι όμως, στο Midnight in Paris του 2011, ο Νεοϋορκέζος σκηνοθέτης μεταφέρει το βλέμμα του στο Παρίσι.
Η ταινία είναι αγγλόφωνη, άρα δεν ανήκει αυστηρά στην κατηγορία που εξετάζουμε. Όμως αποτελεί μια κρίσιμη παρένθεση, γιατί μας δείχνει γιατί ένας Αμερικανός δημιουργός μπορεί να χρειάζεται το Παρίσι.
Για τον Allen, το Παρίσι δεν είναι απλώς τόπος. Είναι φαντασίωση.
Είναι η πόλη του Hemingway, του Fitzgerald, του Picasso, του Dalí, του Buñuel. Είναι η Ευρώπη ως αντίβαρο στην αμερικανική νεωτερικότητα.
Γι' αυτό και το επόμενο βήμα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον: στο Coup de Chance του 2023, ο Allen κάνει την πρώτη του πλήρως γαλλόφωνη ταινία.
Δεν χρειάζεται πλέον να κοιτάζει το Παρίσι από την απόσταση του Αμερικανού τουρίστα. Μπαίνει μέσα στη γαλλική γλώσσα.
Και υπάρχει μια ειρωνεία εδώ: ο σκηνοθέτης που έκανε τη Νέα Υόρκη ένα από τα σημαντικότερα κινηματογραφικά τοπία του 20ού αιώνα καταλήγει, στα 87 του χρόνια, να κάνει μια ταινία σε μια άλλη γλώσσα και σε μια άλλη κινηματογραφική κουλτούρα.
Το Coup de Chance μοιάζει έτσι με ένα είδος επιστροφής στην Ευρώπη που ο Allen θαύμαζε πάντα.
Roman Polanski: η Γαλλία ως πατρίδα και ως κινηματογραφικό πεδίο
Ο Roman Polanski είναι ακόμη πιο περίπλοκη περίπτωση.
Γεννημένος στο Παρίσι, μεγαλωμένος στην Πολωνία και με καριέρα που απλώθηκε ανάμεσα στην Πολωνία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και το Hollywood, ο Polanski είναι από μόνος του ένα παράδειγμα του πόσο δύσκολο είναι να μιλήσουμε για «εθνικότητα» στον κινηματογράφο.
Το Frantic είναι αμερικανικό και αγγλόφωνο, το The Ninth Gate διεθνές, ενώ ο Polanski έχει κάνει αρκετές γαλλόφωνες ταινίες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το La Vénus à la fourrure (Venus in Fur, 2013), με τον Mathieu Amalric και την Emmanuelle Seigner.
Εδώ η γαλλική γλώσσα γίνεται σχεδόν θεατρικός χώρος.
Ο Polanski παίρνει το θεατρικό έργο του David Ives και το μεταφέρει σε ένα γαλλικό περιβάλλον, δημιουργώντας ένα παιχνίδι εξουσίας ανάμεσα σε σκηνοθέτη και ηθοποιό.
Η γαλλική γλώσσα δεν λειτουργεί απλώς ως «ρεαλιστική» γλώσσα της ιστορίας. Γίνεται μέρος του παιχνιδιού ταυτότητας, ρόλων και επιθυμίας.
Marco Ferreri: Ένας Ιταλός για έρωτες και άλλα πάθη
Ο βραβευμένος με Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1991 Ιταλός σκηνοθέτης έμεινε γνωστός ως ένας μέγας καλτ προβοκάτορας. Ξεκίνησε με ιταλικές ταινίες αλλά γρήγορα επεκτάθηκε στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο με συμπαραγωγές. Η πρώτη μεγάλη τέτοια προσπάθεια ήταν το Μεγάλο Φαγοπότι (1973), μια γαλλοϊταλική παραγωγή που μιλούν γαλλικά και ιταλικά. Μια σάτιρα των αστικών ηθών, του καταναλωτισμού, της υπερβολής.
Την επόμενη χρονιά, σκηνοθέτησε το γαλλικό Don't Touch the White Woman (1974) με την Catherine Deneuve και τον Marcello Mastroianni και το 1976 το ερωτικό The Last Woman με τους Gerard Depardieu και Ornella Muti. Στην γαλλική γλώσσα θα επιστρέψει πάλι με ερωτική ταινία, το I Love You (1986) με τους Christopher Lambert και Eddy Mitchell.
Luis Bunuel: Ο πλέον αντιαστικός σκηνοθέτης στην αστική Γαλλία
Ο Ισπανός δημιουργός φημίζεται για την σάτιρα του στον καπιταλισμό, στον αστικό πολιτισμό, στην θρησκεία και την πολιτική. Όπως πολλοί σουρεαλιστές από άλλες χώρες, έτσι και εκείνος δραστηριοποιήθηκε για ένα διάστημα στην Γαλλία, ήδη με την θρυλική σουρεαλιστική ταινία του, το L Age d or (1930).
Στα γαλλικά επέστρεψε το 1956 με δύο ταινίες του, τις Cela s appelle l aurore και La mort en ce jardin και το 1959 το La Fievre Monte a El Pao. Η επιτυχία ωστόσο θα έρθει με τις γαλλικές ταινίες των επόμενων δύο δεκαετιών και συγκεκριμένα το Le journal d une femme de chambre (1964) με την Jeanne Moreau, Belle de jour (1967) με την Catherine Deneuve, La Voie Lactee (1969), Η Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας (1972), το Φάντασμα της Ελευθερίας (1974) και την τελευταία ταινία του, το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου (1977), όλες σουρεαλιστικές και σατιρικές.
Paul Verhoeven: ο Ολλανδός που έκανε τη Γαλλία εφιαλτική
Αν υπάρχει ένας σκηνοθέτης που αποδεικνύει ότι μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη γαλλική κουλτούρα για να κάνεις κάτι απολύτως μη γαλλικό, αυτός είναι ο Paul Verhoeven.
Με το Elle (2016), ο Ολλανδός δημιουργός αφήνει προσωρινά πίσω το Hollywood και δημιουργεί ένα γαλλόφωνο θρίλερ με την Isabelle Huppert.
Η Huppert είναι η ηθοποιός που έχει συνδεθεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη με ένα συγκεκριμένο είδος γαλλικού κινηματογραφικού ψυχισμού: ψυχρότητα, επιθυμία, κοινωνική μάσκα, σεξουαλικότητα και αμφισημία.
Ο Verhoeven παίρνει όλα αυτά τα στοιχεία και τα περνά μέσα από τη δική του κινηματογραφική μηχανή.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ακριβώς γαλλικό. Είναι η ιδέα ενός ξένου για το τι μπορεί να είναι γαλλικό.
Hirokazu Kore-eda: η Ιαπωνία μέσα στη γαλλική γλώσσα
Το La Vérité του Hirokazu Kore-eda είναι ίσως η πιο όμορφη περίπτωση πολιτισμικής μεταφοράς.
Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης, γνωστός για τις ταινίες του γύρω από την οικογένεια, τη μνήμη και τις εύθραυστες ανθρώπινες σχέσεις, πηγαίνει στο Παρίσι και συνεργάζεται με την Catherine Deneuve και τη Juliette Binoche.
Το αποτέλεσμα είναι γαλλόφωνο, αλλά η ευαισθησία του παραμένει βαθιά Kore-eda.
Η οικογένεια, οι μικρές σιωπές, τα ψέματα που λέμε στους άλλους αλλά και στον εαυτό μας, η αδυναμία να συμφιλιωθούμε με το παρελθόν: όλα αυτά ταξιδεύουν από την Ιαπωνία στη Γαλλία.
Η γλώσσα αλλάζει.
Η ματιά όχι.
Και ίσως αυτή είναι η ουσία του transnational cinema: δεν ταξιδεύει μόνο η ταινία. Ταξιδεύει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπει ο σκηνοθέτης τον κόσμο.
Nagisa Oshima: ένας Ιάπωνας στη Γαλλία
Ο Nagisa Oshima είχε ήδη μια πολύ πιο επιθετική σχέση με τη γαλλική κουλτούρα.
Ο Max, mon amour του 1986 είναι γαλλόφωνη ταινία ενός Ιάπωνα σκηνοθέτη, με πρωταγωνιστές τη Charlotte Rampling και τον Anthony Higgins.
Και εδώ η επιλογή της Γαλλίας δεν είναι τυχαία.
Ο Oshima ενδιαφερόταν διαρκώς για την επιθυμία, τη σεξουαλικότητα, την κοινωνική απαγόρευση και την ανατροπή των συμβάσεων.
Η Γαλλία, με τη μακρά παράδοση του ερωτικού και του ψυχολογικού κινηματογράφου, γίνεται το κατάλληλο πεδίο για αυτή την έρευνα.
Αλλά ο Oshima δεν γίνεται Γάλλος.
Χρησιμοποιεί τη Γαλλία για να συνεχίσει να είναι Oshima.
Nobuhiro Suwa: η γαλλική γλώσσα ως πείραμα
Ο Nobuhiro Suwa αποτελεί μία ακόμη πιο «πειραματική» περίπτωση.
Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης έχει εργαστεί στη Γαλλία και έχει δημιουργήσει ταινίες στις οποίες τα όρια ανάμεσα στη γλώσσα, την αυτοσχεδιαστική ερμηνεία και την κινηματογραφική μυθοπλασία γίνονται εξαιρετικά ασαφή.
Στο Un couple parfait (2005), για παράδειγμα, η γαλλική γλώσσα και το γαλλικό περιβάλλον δεν είναι απλώς σκηνικό. Γίνονται μέρος μιας διαδικασίας παρατήρησης.
Εδώ φτάνουμε σε μια πιο ενδιαφέρουσα έννοια: ο ξένος σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί τη γαλλική γλώσσα για να μιμηθεί το γαλλικό σινεμά, αλλά για να το αποσταθεροποιήσει.
Abbas Kiarostami: όταν το Παρίσι γίνεται προέκταση της Τεχεράνης
Ο Ιρανός Abbas Kiarostami έκανε το Certified Copy (Copie conforme) το 2010 στην Τοσκάνη, με γαλλική παρουσία και με τη Juliette Binoche στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Δεν είναι γαλλόφωνη ταινία με την αυστηρή έννοια, καθώς η γλώσσα εναλλάσσεται μεταξύ γαλλικών, αγγλικών και ιταλικών.
Όμως είναι σημαντική για το επιχείρημά μας.
Ο Kiarostami δείχνει ότι ο κινηματογράφος μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία χώρες και γλώσσες.
Η ταυτότητα γίνεται αντίγραφο.
Και εδώ το ίδιο το θέμα της ταινίας —η σχέση ανάμεσα στο πρωτότυπο και το αντίγραφο— μοιάζει να σχολιάζει έμμεσα και τη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή.
Michael Haneke: η γαλλική κοινωνία μέσα από αυστριακά μάτια
Ο Michael Haneke γεννήθηκε στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αυστρία, αλλά ένα σημαντικό μέρος της ώριμης φιλμογραφίας του είναι γαλλόφωνο.
Caché.
Amour.
Happy End.
Και εδώ συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό.
Ο Haneke δεν ενδιαφέρεται τόσο να παρουσιάσει τη Γαλλία όσο να ανατέμνει την ευρωπαϊκή κοινωνία.
Η αστική τάξη, η βία που κρύβεται πίσω από την πολιτισμένη συμπεριφορά, η αποικιοκρατική ενοχή, η οικογένεια, η θνητότητα: η Γαλλία γίνεται εργαστήριο.
Ένας Αυστριακός κοιτάζει τη γαλλική κοινωνία και την κάνει να μοιάζει ξαφνικά ξένη.
Ίσως αυτή ακριβώς η απόσταση να του επιτρέπει να τη βλέπει τόσο καθαρά.
Και μετά υπάρχει ο Denis Villeneuve
Πριν γίνει ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του σύγχρονου Hollywood, ο Denis Villeneuve ήταν σκηνοθέτης του γαλλόφωνου καναδικού κινηματογράφου.
Το Polytechnique και το Incendies ανήκουν σε μια κινηματογραφική παράδοση που είναι γαλλόφωνη χωρίς να είναι γαλλική.
Και αυτό είναι κρίσιμο.
Γιατί μας υποχρεώνει να ξεχωρίσουμε δύο έννοιες που συχνά συγχέουμε:
γαλλικός κινηματογράφος
και
γαλλόφωνος κινηματογράφος.
Δεν είναι το ίδιο.
Το Κεμπέκ, το Βέλγιο, η Ελβετία, τμήματα του Καναδά και πολλές αφρικανικές χώρες παράγουν κινηματογράφο στα γαλλικά χωρίς να ανήκουν στη Γαλλία.
Τελικά, τι σημαίνει «γαλλική ταινία»;
Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα απάντηση βρίσκεται στο ότι δεν υπάρχει πλέον μία μόνο απάντηση.
Στον 20ό αιώνα μπορούσαμε ευκολότερα να μιλάμε για εθνικούς κινηματογράφους: γαλλικό, ιταλικό, γερμανικό, ιαπωνικό, αμερικανικό.
Στον 21ο αιώνα οι κινηματογραφικές διαδρομές είναι πολύ πιο σύνθετες.
Ένας Ιάπωνας σκηνοθέτης μπορεί να γυρίσει στο Παρίσι.
Ένας Ολλανδός μπορεί να κάνει γαλλόφωνο θρίλερ.
Ένας Αμερικανός μπορεί, στα 87 του, να κάνει μια γαλλόφωνη ταινία.
Ένας Αυστριακός μπορεί να γίνει ένας από τους σημαντικότερους κινηματογραφικούς ανατόμους της γαλλικής κοινωνίας.
Και ένας Καναδός μπορεί να ξεκινήσει στα γαλλικά και να καταλήξει να σκηνοθετεί το Dune.
Η γλώσσα, λοιπόν, δεν είναι πλέον σύνορο.
Είναι πέρασμα.
Και η γαλλική γλώσσα έχει μια ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαδικασία, επειδή κουβαλά μαζί της μια από τις πιο ισχυρές κινηματογραφικές παραδόσεις στην ιστορία του μέσου.
Ίσως γι' αυτό οι ξένοι σκηνοθέτες που περνούν μέσα από τα γαλλικά έχουν κάτι κοινό: δεν προσπαθούν απαραίτητα να γίνουν Γάλλοι.
Παίρνουν τη γαλλική γλώσσα, το Παρίσι, τους Γάλλους ηθοποιούς και τη γαλλική κινηματογραφική παράδοση και τα χρησιμοποιούν για να πουν κάτι που δεν θα μπορούσαν να πουν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο στη δική τους χώρα.
Και τότε συμβαίνει κάτι παράδοξο. Η Γαλλία παύει να είναι μόνο ένας τόπος. Γίνεται κινηματογραφική γλώσσα.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου